Οι Βοτανικοί Κήποι συμβάλλουν στη δημόσια εκπαίδευση, στην ευαισθητοποίηση του κοινού, στην οικολογία, στην κηπουρική και τέλος στη διερεύνηση νέων περιβαλλοντικών αειφορικών τρόπων χρήσης των φυτών. Το τελευταίο έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην έρευνα από τη μια και στις κυβερνητικές αρχές και την τοπική κοινότητα από την άλλη, συμβάλλοντας έτσι και στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας. Έτσι ο Διεθνής Οργανισμός Διατήρησης των Βοτανικών Κήπων (Botanic Gardens Conservation International – BGCI), που ιδρύθηκε το 1954 και αντιπροσωπεύει πάνω από 700 μέλη – ως επί το πλείστον Βοτανικούς Κήπους – σε 118 χώρες, είναι μια διεθνής ένωση των Βοτανικών Κήπων, που υπάρχει για να διασφαλίσει την παγκόσμια διατήρηση των απειλούμενων φυτών, η συνέχεια της ύπαρξης των οποίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με παγκόσμια ζητήματα όπως η φτώχεια, η ανθρώπινη ευημερία και η κλιματική αλλαγή. Ο Βοτανικός Κήπος Απόλλων-Δελφοί είναι μέλος του BGCI.
fita-12
fita-11
fita-10
fita-8

Αποστολή

Με την ίδρυση του Βοτανιού Κήπου Απόλλων-Δελφοί, επιδιώκονται ανάμεσα στα άλλα:

  • Η ανάδειξη και διατήρηση των μοναδικών φαρμακευτικών, εδώδιμων και άλλων σημαντικών ιθαγενών φυτών του Παρνασσού, ανάμεσά τους και τα ενδημικά της περιοχής.
  • Η προβολή των καταπληκτικών ιδιοτήτων των φυτών του Παρνασσού, που πολλές ήταν γνωστές από την αρχαιότητα, με αποτέλεσμα την πανάρχαια – παραδοσιακή χρήση τους (φαρμακευτική – αρωματική – εντομοαπωθητική, βρώση – ωμοφαγία, κοσμετολογική, ανθοκομική κ.λπ.).
  • Η επιστημονική έρευνα σχετικά με τις ιδιότητες αυτές, την αξία τους στην πρόληψη-θεραπεία ασθενειών, την εντομοαπώθηση, την κοσμετολογία ή τη διατροφή, τη βέλτιστη απόδοση των φυτών και τους ειδικούς τρόπους αξιοποίησής τους  με παραγωγή συγκεκριμένων σκευασμάτων (πεδίο επιστημονικής έρευνας για φυσιολόγους φυτών, χημικούς, φαρμακοποιούς, γιατρούς, διατροφολόγους κ.ά.).
  • Η επιστημονική έρευνα σχετικά με την εκτεταμένη καλλιέργεια  των φαρμακευτικών – εδώδιμων – ανθοκομικών φυτών βασισμένη στις σύγχρονες μεθόδους αειφόρου γεωργίας, ώστε να μπορούν να εξυπηρετήσουν μαζική κατανάλωση, χωρίς μείωση των πληθυσμών τους. Αυτό φυσικά σημαίνει συνεργασία με φυσιολόγους φυτών, γεωπόνους κ.ά.
  • Η διάδοση αυτής της γνώσης με κύκλους μαθημάτων θεωρητικών και στο πεδίο, για τους νέους της περιοχής με αντικείμενο τη βιολογική καλλιέργεια και γενικά την καλλιέργεια με σύγχρονες αειφορικές μεθόδους αρωματικών – φαρμακευτικών – εντομοαπωθητικών – εδώδιμων – καλλωπιστικών φυτών της περιοχής, αξιοποιώντας ντόπιο γενετικό υλικό (του οποίου θα έχουν πιστοποιηθεί τα συστατικά και οι ιδιότητες). Επίσης αντικείμενο των μαθημάτων θα είναι  η μεταποίηση – τυποποίηση ώστε να υπάρχει επιπλέον προστιθέμενη αξία.
Αποτελέσματα, η ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα της περιοχής, αλλά και του δευτερογενούς. Η δημιουργία ενός Βοτανικού Κήπου ο οποίος προβάλλει τα ιθαγενή φυτά του Παρνασσού τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν ως κηπευτικά, ανθοκομικά, φαρμακευτικά, δίνει τη δυνατότητα αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών με ενδυνάμωση του μεριδίου των καλλιεργούμενων ιθαγενών φυτών του Παρνασσού, πολλά από τα οποία ευδοκιμούν και σε άλλες ορεινές-ημιορεινές περιοχές της Στερεάς Ελλάδας. Είναι ενδεικτικό να αναφέρουμε ότι, δυστυχώς, είδη πολύ κοινά στη Στερεά Ελλάδα (που υπάρχουν στον Παρνασσό), σαφώς εμπορεύσιμα, που θα μπορούσαν να πωλούνται σε φυτώρια ή να καλλιεργούνται και να παράγονται από αυτά τυποποιημένα προϊόντα και να έχουν μεγάλη ζήτηση, δεν καλλιεργούνται. Για παράδειγμα από τα 3 είδη θυμαριού που πωλούνται στην αγορά, κανένα δεν είναι ελληνικό και κανένα από αυτά φυσικά, δεν είναι το κοινό θυμάρι των χαμηλών υψομέτρων (Thymbra capitata). Η καλλιέργεια των παραπάνω φυτικών ειδών μπορεί να οδηγήσει και σε διαδικασίες τυποποίησής τους. Ακόμη, ξέρουμε πολύ καλά ότι μεγάλο πλήθος ανθοκομικών φυτών στη χώρα μας έχει γενετικό υλικό ξενικής προέλευσης, ενώ πολλά από τα μοναδικά φυτά του Παρνασσού θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως ανθοκομικά ακόμη και για βραχόκηπους ή για ανθεκτική εδαφοκάλυψη.